Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία του Φίλιππου Ζήρα (δικηγόρος της Artion A.E.)

Με το παρόν κείμενο δεν θέλουμε να αναλωθούμε στο τεχνικό-νομικό κομμάτι της παραγραφής των ελεγχόμενων χρήσεων καθώς αυτό έχει υπεραναλυθεί ήδη από έγκριτους επιστήμονες. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να παρουσιάσουμε τις πρακτικές επιπτώσεις που έχει δημιουργήσει η σύγχυση του ζητήματος της παραγραφής για τους φορολογούμενους και την Διοίκηση.

Το έτος 2016 και ειδικά οι τελευταίοι μήνες μέχρι και σήμερα, αποτέλεσε μια περίοδο κατά την οποία δημοσιεύθηκαν πολλές αποφάσεις που αφορούν την παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων. Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν τόσο από το Διοικητικό Εφετείο όσο και το Συμβούλιο της Επικρατείας καθώς και από διοικητικά όργανα όπως η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών. Με αυτές δικαιώθηκαν περιπτώσεις φορολογούμενων που προσέφυγαν κατά εκθέσεων ελέγχου και των αντίστοιχων προστίμων, δημιουργώντας έτσι αίσθηση στους λοιπούς φορολογούμενους ότι υποθέσεις πέραν των 5 ετών παραγράφηκαν.

Όπως είναι γνωστό, οι εξουσίες του κράτους χωρίζονται σε Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική. Η υποταγή της Διοικήσεως στον νόμο (αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσης) αναθέτει στα δικαστήρια τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της διοίκησης και αντίστοιχα στο κράτος να λειτουργεί με βάση τις δικαστικές αποφάσεις. Δυστυχώς όμως οι ελεγκτικές αρχές παραβλέπουν τις δικαστικές αποφάσεις, με αιτιολογία ότι η διοίκηση δεν τις έχει κάνει αποδεκτές. Από την άλλη το πολιτικό προσωπικό, κρυβόμενο πίσω από το «περί Δικαίου αίσθημα» των πολιτών που απαιτούν την τιμωρία των φοροφυγάδων, με τις συνεχείς παρατάσεις της παραγραφής, προσπαθεί να επιβάλει φόρους, πρόστιμα και προσαυξήσεις εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία όμως και νομολογιακά πλέον είναι σε πολλές περιπτώσεις αβέβαιο ότι θα εισπραχθούν.

Οι Δικαστικές αρχές δικαίωσαν τους προσφεύγοντες διότι, ήδη από το προκαταρκτικό στάδιο του ανοίγματος του φακέλου του προσφεύγοντος ελεγχόμενου, οι ελεγκτικές αρχές ουδέποτε έκαναν ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας ως προς τον χρόνο παραγραφής των ελεγχόμενων χρήσεων. Εύλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα «γιατί δεν γίνεται ορθή εφαρμογή του νόμου;»:

  • Για στενά δημοσιονομικούς λόγους;
  • Λόγω άγνοιας του νόμου ή ανεπαρκούς κατάρτισης;
  • Λόγω απειρίας ή ανικανότητας του προσωπικού το οποίο δεν είναι σε θέση να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο έργο;
  • Με απώτερο στόχο την ένταξη πολλών ελεγχόμενων σε μια αποδεικτική διαδικασία ώστε να βεβαιωθούν φόροι και να εισπραχθούν όσοι περισσότεροι, ανεξάρτητα από το εμπρόθεσμο ή όχι της επιβολής τους;

Οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό είναι συγκεκριμένες και μπορούν να ισχύουν διαζευκτικά ή και σωρευτικά. Όμως ό,τι και αν ισχύει, το γεγονός παραμένει πως η διοικητική ιεραρχία η οποία ασχολείται με τον έλεγχο των φορολογικών υποθέσεων, από τον Εισηγητή μέχρι και τον Διευθυντή, ερμηνεύει εσφαλμένα την κείμενη νομοθεσία σε βάρος των ελεγχόμενων.

Το πρόβλημα όμως της αντιφατικής δράσης της Διοίκησης σε σχέση με όσα πραγματικά ορίζει ο νόμος (όπως ερμηνεύονται από τα δικαστήρια), δεν έχει να κάνει μόνο με τη σκοπιμότητα της Διοίκησης. Μεγάλο μέρος αποδίδεται στη κάκιστη νομοθετική προσπάθεια η οποία έγινε με τον νόμο 4172/2013 και τον νόμο 4174/2013 οι οποίοι ήταν αποτέλεσμα πρότασης των δανειστών με σκοπό τον εκσυγχρονισμό της φορολογικής νομοθεσίας και τη κωδικοποίηση των διασκορπισμένων διατάξεων. Για την κατάρτισή τους συνέβαλαν όμως πρόσωπα τα οποία δεν είχαν την κατάλληλη γνώση και εμπειρία ώστε να δημιουργήσουν ένα πραγματικά διαυγές και εύχρηστο σύστημα άσκησης της φορολογικής πολιτικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 36 του ν.4174/2013 στο οποίο προβλέπεται 20ετής παραγραφή για υποθέσεις φοροδιαφυγής, κάνοντας με αυτό τον τρόπο μια χρήση του όρου φοροδιαφυγή η οποία προκαλεί σύγχυση. Είναι πολύ ελαστική η ερμηνεία που μπορεί να δώσει κανείς στην έννοια της φοροδιαφυγής αφού μπορεί να συμπεριλάβει μέχρι και την μη δήλωση εισοδημάτων η οποία κανονικά καλύπτεται από την συνήθη πενταετή παραγραφή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τη γνώμη μας σκοπός του νομοθέτη ήταν η 20ετής παραγραφή για υποθέσεις φοροδιαφυγής με την έννοια του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Το παραπάνω αποτελεί ένα απλό παράδειγμα που μπορεί να καταδείξει τη βεβιασμένη και πρόχειρη προσέγγιση που έγινε αυτά τα χρόνια στον φορολογικό-νομοθετικό τομέα.

Κατανοούμε το γεγονός ότι δεν είναι εύκολο να βγει σύντομα μια συγκροτημένη και γενικής χρήσης εγκύκλιος προς τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές που να δίνει οδηγίες για τις περιπτώσεις των υποθέσεων που κρίνονται πλέον και επίσημα παραγεγραμμένες. Σε κάθε περίπτωση όμως η Διοίκηση οφείλει να πάρει θέση δίνοντας κάποιες κατευθύνσεις προς τις ελεγκτικές αρχές. Δεν γίνεται στο διηνεκές να βρισκόμαστε σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης πηγαίνοντας από παράταση σε παράταση και κάνοντας τη νομοθεσία «λάστιχο» περισσότερο για πολιτικές σκοπιμότητες και λιγότερο για λόγους ουσίας. Παρά την δυσκολία έκδοσης μιας ξεκάθαρης εγκυκλίου, η έκδοση αυτή είναι επιβεβλημένη και για έναν ακόμα λόγο. Η απόδοση ή όχι του πρόσφατου νομοθετικού πλαισίου περί οικειοθελούς αποκάλυψης αδήλωτων εισοδημάτων το οποίο ψηφίστηκε με τον νόμο 4446/2016 θα εξαρτηθεί άμεσα από την βεβαιότητα για το ποιες χρήσεις είναι παραγεγραμμένες ή όχι. Διαφορετικά προβλέπουμε πως, το κατά τα άλλα ενδιαφέρον νομοθέτημα οικειοθελούς αποκάλυψης εισοδημάτων, δεν θα τύχη επαρκούς χρήσης.

Ένα ακόμη ζήτημα που γεννάται είναι αυτό της προσωπικής ευθύνης του ελεγκτή δημοσίου υπαλλήλου. Η ασαφής αυτή κατάσταση αφήνει έκθετες τις Ελεγκτικές Υπηρεσίες του Υπ. Οικονομικών στις δικαιολογημένες αντιδράσεις των φορολογουμένων οι οποίοι ενδεχομένως να καταφύγουν σε Ποινικά ή Αστικά Δικαστήρια ζητώντας την τιμωρία ακόμη και των ίδιων των ελεγκτών για πλημμέλειες τις οποίες πιθανόν να εκλάβουν και ως σκόπιμες.

Αυτή τη στιγμή οι ελεγκτικές αρχές αναλώνονται σε ελέγχους υποθέσεων οι οποίες έχουν συσσωρευτεί από τα πολλά έτη συνεχών παρατάσεων της παραγραφής τους, και οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είναι σε αρκετές περιπτώσεις παραγεγραμμένες. Εξαιτίας της καθυστέρησης αυτής της Διοίκησης να προσαρμοστεί στο ισχύον νομικό πλαίσιο και στις δικαστικές αποφάσεις, οφείλει το πολιτικό προσωπικό να δώσει λύση και να αποφασίσει για την τύχη χιλιάδων ανέλεγκτων υποθέσεων ώστε οι ελεγκτικές υπηρεσίες να στραφούν στον έλεγχο και στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής του σήμερα.
Ως πότε θα χρησιμοποιείται ο ελεγκτικός μηχανισμός σαν μέσο επίτευξης δημοσιονομικών στόχων; Ως πότε ο ελεγκτικός μηχανισμός θα αναλώνεται σε προ δεκαετίας φορολογικές χρήσεις αντί να ασχοληθεί με την τρέχουσα οικονομία, η ανάκαμψη της οποίας είναι το πραγματικό ζητούμενο; Δεν είναι λογικό να ζητάς από ελεγχόμενο να σου προσκομίσει αποδείξεις ταμειακής μηχανής π.χ. του έτους 2003 (μετά από 14 χρόνια) αντί οι προσπάθειές σου να επικεντρώνονται στη σύλληψη της σημερινής φοροδιαφυγής.

image_print