Ως γνωστόν, κατά τα έτη 2006 έως 2010, οι Ελληνικές Τράπεζες χορήγησαν ή μετέτρεψαν δάνεια σε ελβετικό φράγκο σε περίπου 70.000 δανειολήπτες, οι οποίοι, λόγω της επελθούσας αλλαγής της ισοτιμίας και της ανατίμησης του φράγκου, ευρέθησαν σε εξαιρετικά δύσκολη οικονομικά θέση ή και σε αδυναμία εκπλήρωσης των μηνιαίων δανειακών υποχρεώσεών τους.

Υπενθυμίζεται ότι, κατά την άνω χρονική περίοδο, οι Τράπεζες διαφήμιζαν (άλλως προωθούσαν) τη σύναψη δανείων σε ελβετικό φράγκο με δέλεαρ το εξαιρετικά ευνοϊκό επιτόκιο, χωρίς ωστόσο να παρέχουν ακριβή και σαφή ενημέρωση στους δανειολήπτες και σε απολύτως κατανοητή μορφή επί των κινδύνων των δανείων αυτών, ως όφειλαν να πράξουν.

Αποτέλεσμα τούτου ήταν να επέλθουν καταστροφικές οικονομικές συνέπειες για περίπου 70.000 δανειολήπτες (για δάνεια 1η κατοικίας ως επί τω πλείστον), οι οποίοι αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις μηνιαίες υποχρεώσεις τους προς τη δανείστρια Τράπεζα με κίνδυνο την απώλεια περιουσιακών τους στοιχείων. Ο αριθμός αυτός προσαυξάνεται επικίνδυνα εάν ληφθεί υπόψη και ο αριθμός των συνοφειλετών και εγγυητών, οι οποίοι διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο.

Τον Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους εκδόθηκε η υπ΄ αρ. 103/17 απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το οποίο απεφάνθη ότι:

«τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Επομένως, οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να αφορούν όχι μόνο την πιθανότητα ανατιμήσεως ή υποτιμήσεως του νομίσματος στο οποίο συνομολογήθηκε το δάνειο αλλά και τις επιπτώσεις που θα είχαν στις δόσεις των δανείων οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και ανατιμήσεως του νομίσματος στο οποίο συν ομολογήθηκε το δάνειο».

Στην Ελλάδα, δυνάμει σωρείας δικαστικών αποφάσεων (επί συλλογικών αγωγών), οι Τράπεζες που χορήγησαν (ή μετέτρεψαν) δάνεια σε ελβετικό φράγκο καλούνται να αναπροσαρμόσουν την οφειλή δανειοληπτών στην ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου ή μετατροπής του (εξαιρετικά σημαντικές οι υπ΄ αρ. 334/2016, 779 και 800/2017 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).

Επισημαίνεται ότι, κατά της υπ΄α ρ. 334/2016 αποφάσεως, ασκήθηκε Έφεση και αναμένεται η έκδοση αποφάσεως επ΄ αυτής.

Στο παρόν άρθρο μας, επισημαίνουμε ορισμένες διατάξεις του νόμου, προς το σκοπό ενημέρωσης επί της περαιτέρω διαδικασίας της υπόθεσης αυτής.

(α) Στην παρ. 21 του άρθρου 10 του Ν. 2251/1994 (νόμος προστασίας καταναλωτή), ορίζεται ότι:

«ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να καθορίζει τους όρους και προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών στο δεδικασμένο αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων επί αγωγών καταναλωτή ή ενώσεων καταναλωτών, εφόσον οι συνέπειες του δεδικασμένου έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών».

(β) Σύμφωνα με το άρθρο 13α του Ν. 2251/1994:

  1. Οι καταγγελίες των καταναλωτών εναντίον προμηθευτή, κατά την έννοια των επί μέρους διατάξεων του παρόντος νόμου, υποβάλλονται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, από την οποία διαβιβάζονται στον προμηθευτή, με πρόσκληση για απάντηση, με κάθε πρόσφορο τρόπο, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης δια του ταχυδρομείου. Ο προμηθευτής υποχρεούται να απαντά, εγγράφως, επί των καταγγελιών εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης.
  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, των Κανόνων Ρύθμισης της Αγοράς Προϊόντων και της Παροχής Υπηρεσιών και διατάξεων άλλων ειδικών νομοθετημάτων, σε βάρος των προμηθευτών που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κατόπιν καταγγελίας ή και αυτεπαγγέλτως μια ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις:

              α) Σύσταση για συμμόρφωση, εντός οριζόμενης προθεσμίας και άρση της προσβολής και παράλειψης στο μέλλον.

             β) Πρόστιμο από χίλια πεντακόσια (1.500) έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Σε περίπτωση που εκδοθούν σε βάρος του ίδιου προμηθευτή περισσότερες από τρεις (3) αποφάσεις επιβολής προστίμου, το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται.

             γ) Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος της για χρονικό διάστημα από τρεις (3) μήνες έως ένα (1) έτος σε περίπτωση που εκδοθούν σε βάρος του ίδιου προμηθευτή περισσότερες από τρεις (3) αποφάσεις επιβολής προστίμου.»

  1. Σε βάρος του προμηθευτή που δεν απαντά σε καταγγελίες καταναλωτών σύμφωνα με την παράγραφο 1, ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί να προβεί σε: α) σύσταση για συμμόρφωση, εντός οριζόμενης προθεσμίας, με προειδοποίηση επιβολής προστίμου, β) επιβολή προστίμου από πεντακόσια (500) ευρώ έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, γ) επιβολή προστίμου από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, σε περίπτωση υποτροπής. Τα ποσά των προστίμων της παρούσας παραγράφου περιέρχονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό.
  2. Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται κατά τις παραγράφους 2 και 3 εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974, ΦΕΚ 90 Α`) και μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης.
  3. Ο Υπουργός Ανάπτυξης, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος, μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, καθώς και τις συνέπειες της στο ευρύτερο καταναλωτικό κοινό, να δημοσιοποιεί, δια του τύπου ή με άλλο πρόσφορο τρόπο, τις Κυρώσεις που επιβάλλονται κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3, καθώς και τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνονται κατά τις κείμενες διατάξεις από αρμόδιες διοικητικές αρχές ή τους προμηθευτές σχετικά με τη διάθεση καταναλωτικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά.
  4. Αν οι παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος διαπράττονται από: α) πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις και οργανισμούς του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή β) εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή γ) ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που εποπτεύονται από την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), οι Κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο επιβάλλονται μετά από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της ΕΠ.Ε.Ι.Α., κατά περίπτωση. Η γνώμη αυτή παρέχεται μετά από σχετική αίτηση του Γενικού Γραμματέα Καταναλωτή εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, οι διοικητικές Κυρώσεις επιβάλλονται χωρίς την ανωτέρω γνώμη. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ρυθμίζονται τα θέματα εφαρμογής της παρούσας παραγράφου και κάθε σχετική λεπτομέρεια

(γ) Σύμφωνα με την υπ΄ αρ. 1210/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ολομέλεια) κρίθηκε ότι, κατά την έννοια της παρ. 21 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994, «η χορηγούμενη στη Διοίκηση, και ειδικότερα στον Υπουργό Ανάπτυξης, από το νομοθέτη, δυνατότητα θέσπισης κανόνων δικαίου με σκοπό τη ρύθμιση της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών θεσπίζεται υπό τρεις προϋποθέσεις: α) ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, β) έναρξη της δίκης με αγωγή καταναλωτή ή ένωσης καταναλωτών εκδικαζόμενη με οποιαδήποτε διαδικασία, γ) οι συνέπειες του δεδικασμένου ή της ιδιότυπης δεσμευτικότητας, σε περίπτωση συλλογικών αγωγών εκδικαζομένων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, να έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών».

Αν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά, ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί με κανονιστική πράξη να καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών στο δεδικασμένο ή τη δεσμευτικότητα των πιο πάνω αποφάσεων.

Συνεχίζοντας η απόφαση αναφέρει και τα ακόλουθα: «Επομένως, η πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη παρέχει στον Υπουργό Ανάπτυξης μόνο την αρμοδιότητα να διαπιστώσει την ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και, στη συνέχεια, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να καταστήσει περιεχόμενο της κανονιστικής ρύθμισης τις κρίσεις της απόφασης αυτής, από τις οποίες παράγεται δεδικασμένο ή η κατά τα ανωτέρω ιδιότυπη δεσμευτικότητα. Ο Υπουργός δεν έχει και την αρμοδιότητα να εκφέρει ιδία κρίση σχετικά με τη δικαστική αυτή απόφαση, ιδίως όσον αφορά την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτές

Εκ πάντων των ανωτέρω συνάγεται ότι, εάν κάποια από τις άνω αγωγές οδηγήσει στην έκδοση αμετάκλητης (θετικής για τους δανειολήπτες) απόφασης (είτε με απόφαση του Αρείου Πάγου κατόπιν ασκήσεως Αναιρέσεως είτε με τη μη προσβολή της εκδοθησόμενης εφετειακής απόφασης), τότε η Πολιτεία οφείλει να νομοθετήσει σύμφωνα με το διατακτικό της αμετάκλητης αποφάσεως.

Προφανέστατα, η θέσπιση διατάξεων νόμου θα καταλαμβάνει όλους τους δανειολήπτες και όχι μόνο αυτούς που προσέφυγαν στην ελληνική δικαιοσύνη και, σε περίπτωση παράβασης αυτών εκ μέρους των Τραπεζών, θα επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 2 άρθρου 13α του Ν. 2251/1994.

Του Γεωργίου Σπ. Ευσταθόπουλου, δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, εξειδικευθείς στο Φορολογικό Δίκαιο και συνεργάτη της Artion A.E.

image_print