Η φορολόγηση της παροχής σε είδος από την παραχώρηση οχήματος

ΠΗΓΗ: TAX HEAVEN
 
Κωνσταντίνος Αντ. Κουλογιάννης
Πτυχιούχος Τ.Ε.Ι.
Λογιστής – Φοροτεχνικός
Μέλος της επιστημονικής ομάδας του Taxheaven

Κωνσταντίνος Δημ. Γραβιάς
Πτυχιούχος Οικον. Παν/μίου Πειραιά
Λογιστής – φοροτεχνικός
Μέλος της επιστημονικής ομάδας του TaxHeaven

 

Μέσα από την παρούσα ανάλυση θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε φως στο μείζον θέμα της φορολόγησης της παροχής σε είδος που προκύπτει από την παραχώρηση εταιρικών οχημάτων. Αν και έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις επί του ζητήματος αυτού μέχρι στιγμής, λόγω του ότι η συγκεκριμένη παροχή σε είδος αφορά σε ένα μεγάλο μέρος των ελληνικών επιχειρήσεων, θεωρούμε ότι πρέπει να γίνουν ορισμένες απαραίτητες επισημάνσεις.

Αρχικά, ας δούμε τι ακριβώς αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 του ν. 4172/2013 και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου:

I. Παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Ε.

«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.

  1. Η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήματος σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα ενός φορολογικού έτους, υπολογίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του κόστους του οχήματος που εγγράφεται ως δαπάνη στα βιβλία του εργοδότη με τη μορφή της απόσβεσης περιλαμβανομένων των τελών κυκλοφορίας, επισκευών, συντηρήσεων, καθώς και του σχετικού χρηματοδοτικού κόστους που αντιστοιχεί στην αγορά του οχήματος ή του μισθώματος. Σε περίπτωση που το κόστος είναι μηδενικό, η αγοραία αξία της παραχώρησης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη».

 

IΙ. Αιτιολογική έκθεση του άρθρου 13 
«

[…] Με το άρθρο 13 επιχειρείται η καθιέρωση γενικού κανόνα για το συνυπολογισμό των παροχών σε είδος που λαμβάνουν εργαζόμενοι ή συγγενικά τους πρόσωπα στο φορολογητέο εισόδημα, αναγνωρίζοντας ότι αποτελούν μισθό σε είδος. Παράλληλα, περιγράφονται ορισμένες κατηγορίες παροχών σε είδος για τις οποίες είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί η αγοραία αξία τους, προκειμένου να αποτελέσουν φορολογητέο για τον εργαζόμενο εισόδημα […] […] Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αγοραίας αξίας της παραχώρησης οχήματος από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, με εξαίρεση τους φορείς γενικής κυβέρνησης, προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο, η οποία συνίσταται στο τριάντα τοις εκατό (30%) της σχετικής δαπάνης που εγγράφει για το όχημα ο εργοδότης, ανάλογα με το αν αποτελεί πάγιο στοιχείο της επιχείρησης ή αντικείμενο μίσθωσης. Οι φορείς της γενικής κυβέρνησης δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 129/2534/20.1.2010 ΚΥΑ (Β’ 108) […]».

 

ΙΙΙ. Ερμηνεία διατάξεων

Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις και με τη βοήθεια της αιτιολογικής έκθεσης θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε όσα αναφέρονται στις παραγράφους αυτές και αφορούν στην παροχή σε είδος από την παραχώρηση οχήματος.

  1. Για ποια  πρόσωπα και με ποια σχέση με την επιχείρηση υπολογίζεται η παροχή αυτή

Η παροχή οχήματος σύμφωνα με τις ως άνω κείμενες διατάξεις αφορά τα ακόλουθα πρόσωπα.:
– Εταίρους
– Μετόχους
– Εργαζομένους (όπως αναφέρονται στην παρ.1 και 2 του άρθρου 12 του ΚΦΕ). Στους εργαζομένους της επιχείρησης συμπεριλαμβάνονται σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ΚΦΕ μεταξύ άλλων και οι:
– Οι διευθυντές ή μέλη του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας,
– Οι δικηγόροι έναντι πάγιας αντιμισθίας για την παροχή νομικών υπηρεσιών.
Αντίθετα η συγκεκριμένη παροχή δεν αφορά τα συγγενικά πρόσωπα των εργαζομένων, ούτε και άλλους τρίτους πέραν αυτών που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.

  1. Επιμερισμός δαπανών ανάλογα με την χρήση και την παραχώρηση του οχήματος

Από την ερμηνεία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Ε., αλλά και από την αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι, η βούληση του νομοθέτη ήταν να φορολογήσει ορισμένες παροχές σε είδος που χορηγούνται σε εργαζόμενους, εταίρους, μετόχους ή συγγενικά πρόσωπα εργαζομένων και σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνεται ότι ήθελε ουσιαστικά να μεταφέρει την αγοραία αξία ορισμένων παροχών στους εργαζομένους ή τους εταίρους, ακόμα και όταν αυτοί δεν είναι πραγματικά οι αποδέκτες/δικαιούχοι της παροχής αυτής.

Σε ό,τι αφορά στις παροχές σε είδος από την παραχώρηση οχήματος, η φράση «παραχώρηση ενός οχήματος» της παραγράφου 2 του άρθρου 13 δεν αφήνει περιθώρια εσφαλμένης ερμηνείας, καθώς οριοθετεί τον υπολογισμό της παροχής αυτής μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει πραγματική «παραχώρηση» οχήματος. Κατά την άποψή μας το παράδειγμα της ερμηνευτικής απόφασης ΠΟΛ.1219/6.10.2014 που ακολουθεί, μπορεί να οδηγήσει σε παρανόηση και κατά συνέπεια σε εσφαλμένη εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης.

«Επιχείρηση διαθέτει 4 ιδιόκτητα εταιρικά αυτοκίνητα (πάγια στοιχεία της) προς εξυπηρέτηση των αναγκών των 2 εταίρων της. Έστω για το πρώτο αυτοκίνητο καταχωρήθηκαν στα βιβλία ετήσιες δαπάνες (αποσβέσεων, τελών, επισκευών και συντηρήσεων) 6.200 ευρώ, για το δεύτερο 6.000 ευρώ, για το τρίτο 5.800 ευρώ και για το τέταρτο 6.400 ευρώ. Σε όλη τη διάρκεια του 2014 και τα 4 αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται οποτεδήποτε και από τους 2 εταίρους. Συνεπώς, το 30% του κόστους των ανωτέρω, ανέρχεται σε 30%*(6.200+6.000+5.800+6.400)=7.320 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή προκύπτει εισόδημα από μισθωτή εργασία για τον καθένα από τους 2 εταίρους ίσο με 7.320/2=3.660 ευρώ. Ο εκκαθαριστής μισθοδοσίας θα πρέπει να συμπεριλάβει στη βεβαίωση αποδοχών των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία που θα χορηγηθεί σε καθέναν από τους 2 εταίρους για το φορολογικό έτος 2014 και την παροχή αυτή των 3.660 ευρώ. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που τα εν λόγω αυτοκίνητα είναι μισθωμένα. Οπότε, ο εκκαθαριστής μισθοδοσίας θα πρέπει να επιμερίσει ποσοστό 30% της αγοραίας αξίας των μισθωμένων αυτοκινήτων (μίσθωμα, τέλη κυκλοφορίας και δαπάνες επισκευής και συντήρησης).»

Το ανωτέρω παράδειγμα έχει επιλεγεί από την φορολογική Διοίκηση με την παραδοχή ότι τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιούνται (παρέχονται) προς εξυπηρέτηση των αναγκών και των 2 εταίρων της. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν δηλαδή ένα όχημα παρέχεται σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα (εταίρους ή μετόχους), ο επιμερισμός πρέπει να γίνεται ισομερώς και όχι ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του εταίρου ή μετόχου στην εταιρία.

 

iii. Τι γίνεται στις περιπτώσεις που η επιχείρηση διαθέτει οχήματα τα οποία όμως δεν τα παραχωρεί στους εταίρους, μετόχους, εργαζομένους

Εάν στο ίδιο ως άνω παράδειγμα, η επιχείρηση διέθετε ακόμα ένα αυτοκίνητο το οποίο όμως δεν το παραχωρούσε στους εταίρους, τότε οι δαπάνες του δεν θα συμμετείχαν στον υπολογισμό του κόστους για την παροχή σε είδος. Ωστόσο, στην ερμηνευτική απόφαση ΠΟΛ.1219/6.10.2014, δεν αναγράφεται άλλο παράδειγμα έτσι ώστε να γίνει κατανοητό τι ισχύει ακριβώς στις περιπτώσεις που κάποιο αυτοκίνητο μιας οντότητας δεν παρέχεται σε μέτοχο, εταίρο ή εργαζόμενο. Άλλωστε, στην καθημερινή πρακτική συναντάμε οχήματα τα οποία δεν παραχωρούνται σε κανένα φυσικό πρόσωπο, τα οποία είτε μένουν σε ακινησία, είτε χρησιμοποιούνται για καθημερινές εξωτερικές εργασίες από το προσωπικό της επιχείρησης.

Όπως προαναφέραμε αναλύοντας τις σχετικές διατάξεις, η βούληση του νομοθέτη δεν ήταν να επιμερίσει ορισμένες δαπάνες (στην συγκεκριμένη περίπτωση που αναλύουμε τις δαπάνες αυτοκινήτου) που επιβαρύνουν την επιχείρηση προς τους μετόχους, εταίρους, εργαζόμενους, αλλά να φέρει στην επιφάνεια μέσα από αυτές και να φορολογήσει εισόδημα που ενδεχομένως υποκρύπτεται.

Συνεπώς, δεν είναι υποχρεωτικό, ούτε προκύπτει από τον νόμο αλλά και την ερμηνευτική εγκύκλιο, ότι πρέπει να γίνει υπολογισμός των δαπανών που αφορούν σε όλα τα αυτοκίνητα των επιχειρήσεων (εξαιρουμένων αυτών που αναφέρονται παραπάνω στις περιπτώσεις α’,β’,γ’,δ’,στ’ της ερμηνευτικής απόφασης) και στη συνέχεια να πραγματοποιηθεί ο επιμερισμός αυτών στους μετόχους, εταίρους, κ.λπ.

 

  1. Οχήματα που παραχωρούνται σε τρίτους

Εκτός εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης βρίσκεται η παραχώρηση οχήματος σε τρίτους (όχι σε εταίρους, μετόχους, εργαζομένους) όπως προκύπτει από την στενή γραμματική ερμηνεία του νόμου, αλλά και από την ερμηνευτική εγκύκλιο. Ωστόσο, οι δαπάνες των οχημάτων που παραχωρούνται σε τρίτους μπορεί να μην αποτελούν παροχή σε είδος για αυτούς, σίγουρα όμως πρέπει να εξετασθεί η παραγωγικότητα των δαπανών αυτών και κατά συνέπεια η αναμόρφωσή τους ή μη στο τέλος του φορολογικού έτους, με βάση τα άρθρα 2223 του Κ.Φ.Ε.

  1. Δαπάνες που συμμετέχουν στον υπολογισμό της παροχής σε είδος από την παραχώρηση οχήματος

    Η παροχή σε είδος από την παραχώρηση οχήματος με βάση την παρ. 2 του άρθρου 13, αποτιμάται σε ποσοστό 30% του κόστους των αποσβέσεων, των τελών κυκλοφορίας, του κόστους των επισκευών και συντηρήσεων καθώς και του χρηματοδοτικού κόστους αγοράς ή μίσθωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τις εγγραφές στα βιβλία της επιχείρησης.Συνεπώς, λοιπές δαπάνες (καύσιμα, διόδια, κ.λπ.) δεν συμμετέχουν στον υπολογισμό.vi. Σε ποιες άλλες  περιπτώσεις παραχώρησης οχημάτων δεν έχει εφαρμογή η συγκεκριμένη διάταξη (δεν υπολογίζεται δηλαδή παροχή σε είδος)

Πρέπει να επισημάνουμε ότι η παραχώρηση οχήματος δεν αποτελεί σε όλες τις περιπτώσεις εισόδημα από παροχή σε είδος όπως έχει χαρακτηριστικά κριθεί από αρκετές αποφάσεις του Σ.τ.Ε. Συγκεκριμένα, πληθώρα αποφάσεων του Σ.τ.Ε. έχουν γνωμοδοτήσει ότι δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε υπόκειται σε φόρο, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία, εφόσον από το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται για να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός [βλέπε κατωτέρω παράρτημα].

Αν και στον νόμο δεν προβλέπονται  εξαιρέσεις, η φορολογική Διοίκηση έχοντας προφανώς γνώση των αποφάσεων του Σ.τ.Ε. υιοθέτησε μερικώς το σκεπτικό αυτών και συμπεριέλαβε στην ερμηνευτική εγκύκλιο κάποιες περιπτώσεις παροχής οχημάτων οι οποίες εξαιρούνται μέσω της ερμηνευτικής απόφασης ΠΟΛ.1219/6.10.2014. Ενδεικτικά αναφέρονται:

α) τα αυτοκίνητα, τα οποία παρέχουν οι επιχειρήσεις σε συγκεκριμένους πωλητές, τεχνικούς και λοιπούς εργαζομένους, των οποίων η εργασία απαιτεί συχνή μετακίνηση εκτός των εγκαταστάσεων του εργοδότη (tool cars) και χρησιμοποιούνται για την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη, ανεξάρτητα αν τα αυτοκίνητα αυτά μπορεί να χρησιμοποιούνται από τον δικαιούχο και εκτός του ωραρίου εργασίας τους.
β) για αυτοκίνητα δοκιμών (test-drive), που διαθέτουν οι επιχειρήσεις εμπορίας αυτοκινήτων,
γ) για αυτοκίνητα μεταφοράς προσωπικού (π.χ. mini-bus),
δ) για αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν επιχειρήσεις (π.χ. ξενοδοχειακές επιχειρήσεις) για μεταφορά καλεσμένων ή πελατών τους,
ε) για αυτοκίνητα τα οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις επισκευής και συντήρησης (service) αυτοκινήτων προσωρινά σε αντικατάσταση των επισκευαζόμενων,
στ) για αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που χρησιμοποιούνται από τις αεροπορικές εταιρείες και τις επιχειρήσεις διαχείρισης αεροδρομίων για την εξυπηρέτηση των αεροσκαφών και των επιβατών τους (αυτοκίνητα πίστας) καθώς και για την μεταφορά VIPS ή προσωπικού.

 

vii. Οχήματα που παραχωρούνται σε στελέχη επιχειρήσεων

Κατά την συνήθη πρακτική, αρκετές επιχειρήσεις παρέχουν οχήματα (και όχι μόνο) στα υψηλόβαθμα στελέχη τους -εκτός των άλλων λόγων- και ως κίνητρο απασχόλησης. Η παροχή αυτή εφόσον γίνεται στα πλαίσια σύμβασης ή και εκτός αυτής, αλλά πάντα με σκοπό την επιβράβευση του στελέχους για την εργασία του ή την έμμεση αύξηση των αποδοχών του, τότε αποτελεί παροχή σε είδος.

Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός και μόνο ενός εργαζομένου ως «στελέχους» ή η θέση του στην επιχείρηση στην επιχείρηση, δεν είναι ικανό στοιχείο για να χαρακτηρισθούν οι δαπάνες του οχήματος που παραχωρείται, ως παροχή σε είδος. Κατά την άποψή μας η ερμηνεία της απόφασης ΠΟΛ.1219/6.10.2014 είναι εσφαλμένη ως προς το σημείο αυτό, αφού αναφέρει ότι:

«[…] Αντιθέτως, καταλαμβάνεται και αποτελεί παροχή σε είδος η κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενη αγοραία αξία των αυτοκινήτων που παρέχονται στους εργαζόμενους λόγω της θέσης τους (π.χ. σε διευθυντές και επιθεωρητές πωλήσεων, τεχνικούς διευθυντές και λοιπά στελέχη) […]».

Όπως προαναφέραμε κι έχει κριθεί με ουκ ολίγες αποφάσεις από το Σ.τ.Ε., δεν φορολογείται η οποιαδήποτε παροχή, εφόσον από το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται για να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της. Συνεπώς, εάν σε ένα επιθεωρητή πωλήσεων παρέχεται όχημα για την μετακίνησή του από υποκατάστημα σε υποκατάστημα (π.χ. σούπερ μάρκετ), δηλαδή για την καλύτερη και ταχύτερη άσκηση της εργασίας του, τότε δεν θα πρέπει να θεωρηθούν οι δαπάνες του οχήματος αυτού, ως παροχή σε είδος.

 

  1. Συμπερασματικά

Η παραχώρηση οχήματος, ο υπολογισμός των δαπανών αυτού και η περαιτέρω φορολόγησή τους ως παροχή σε είδος, είναι θέμα πραγματικό και σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζονται όλες οι παράμετροι της παραχώρησης η αυτής (βλ. συμβάσεις με εργαζομένους και στελέχη, πραγματικοί λόγοι παραχώρησης, ειδικές συνθήκες, σκοπός, κ.λπ.). Σε αντίθετη περίπτωση εάν κάποιο όχημα δεν παραχωρείται ή παραχωρείται σε τρίτο πρόσωπο, ξένο προς την επιχείρηση, θα πρέπει να εξετάζεται η παραγωγικότητα της δαπάνης. Να σημειώσουμε εδώ ότι, συχνά αγοράζονται μέσω επιχειρήσεων αυτοκίνητα προκειμένου να εξυπηρετηθούν άτομα του φιλικού περιβάλλοντος των επιχειρηματιών, προκειμένου να αποφευχθεί το ζήτημα του πόθεν έσχες των ατόμων αυτών. Στις περιπτώσεις αυτές μάλιστα, τα άτομα αυτά που ανήκουν στο φιλικό περιβάλλον των επιχειρηματιών είναι αυτά που τελικώς χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα.

Ο έλεγχος από τα αρμόδια όργανα του υπ. Οικ. πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάσει όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες της κάθε επιχείρησης και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να μην υπάρχουν προστριβές με τους επιχειρηματίες.

 

  1. Παραδείγματα
  2. Αρχικά παραθέτουμε το παράδειγμα της ΠΟΛ.1219/6.10.2014
ΟΕ
Ετήσια έξοδα για υπολογισμό παροχής
Πραγματική ΧρήσηΑποσβέσειςΤέλη κυκλοφ.Επισκευές συντηρήσειςΧρημ/κο κόστός μίσθωσηςΣύνολο
Αυτοκίνητο ΑΚαι οι δύο εταίροι280040030006.200,00
Αυτοκίνητο βΚαι οι δύο εταίροι200018038206.000,00
Αυτοκίνητο ΓΚαι οι δύο εταίροι80050005.800,00
Αυτοκίνητο ΔΚαι οι δύο εταίροι150090040006.400,00
24.400,00
Α εταίρος24400* 30% / 2 =3660
Β εταίρος24400* 30% / 2 =3660

Στο ανωτέρω ακραίο ομολογουμένως παράδειγμα, εφόσον δεχθούμε ότι και τα 4 αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται από τους 2 εταίρους η παροχή σε είδος θα υπολογισθεί και για τους δύο εταίρους.

 

Ετήσια έξοδα για υπολογισμό παροχής
Πραγματική ΧρήσηΑποσβέσειςΤέλη κυκλοφ.Επισκευές συντηρήσειςΧρημ/κο κόστός μίσθωσηςΣύνολο
Αυτοκίνητο ΑΚαι οι δύο εταίροι280040030006.200,00
Αυτοκίνητο βΚαι οι δύο εταίροι200018038206.000,00
Αυτοκίνητο ΓΚαι οι δύο εταίροι80050005.800,00
Αυτοκίνητο ΔΔεν παρέχεται στους εταίρους15009004000
18.000,00
Α εταίρος18000* 30% / 2 =2700
Β εταίρος18000* 30% / 2 =2700

Στο ίδιο παράδειγμα εάν ένα από τα 4 αυτοκίνητα δεν διατίθεται στους εταίρους, αλλά χρησιμοποιείται από την επιχείρηση πχ. για εξωτερικές εργασίες, τότε το 30% των δαπανών αυτών κατά την γνώμη μας δεν πρέπει να αποτελέσει παροχή σε είδος για κανέναν από τους δύο εταίρους.

 

  1. Στην συνέχεια παραθέτουμε παράδειγμα με επιχείρηση Α.Ε. η οποία έχει στην κατοχή της ορισμένα επιβατηγά αυτοκίνητα, τα οποία διαθέτει για διαφορετικούς λόγους σε διαφορετικά πρόσωπα.

 

Ανώνυμη Εταιρία
Ετήσια έξοδα για υπολογισμό παροχής
Πραγματική Χρήση/παραχώρησηΑποσβέσειςΤέλη κυκλοφ.Επισκευές συντηρήσειςΧρημ/κο κόστός μίσθωσηςΣύνολο
Αυτοκίνητο ΑΔ/σύμβουλος280040030006.200,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο βΠρόεδρος200018038206.000,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο ΓΜέτοχος χ80050005.800,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο ΔΜέτοχος Ψ150090040006.400,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο ΕΓυναίκα μετόχου ψ7200Ελέγχεται ως προς την παραγωγικότητα της δαπάνης
Αυτοκίνητο ΣΤΔιευθυντής πωλήσεων80050005.800,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο ΗΠωλητής2500Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο ΘΤεχνικός (για εξωτερικές επισκευές)3800Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο ΙΟικονομικό διευθυντή150090040006.400,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο ΚΕπιθεωρητή πωλήσεων για μετακίνηση στα υποκαταστήματα15009004000Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο ΛΓια εξωτερικές εργασίες15009004000Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο ΜΠαιδί του μετόχου χ9000Ελέγχεται ως προς την παραγωγικότητα της δαπάνης

 

Οι δαπάνες των αυτοκινήτων Ε’ και Μ’ τα οποία παρέχονται σε τρίτους (όχι μετόχους ή εργαζόμενους) δε θα αποτελέσουν εισόδημα για αυτούς, εφόσον οι τρίτοι δεν είναι μέτοχοι ή εργαζόμενοι της εν λόγω επιχείρησης.

Οι δαπάνες των αυτοκινήτων Η’ και Θ’, ομοίως δε θα αποτελέσουν εισόδημα, καθότι τα αυτοκίνητα αυτά παραχωρούνται σε υπαλλήλους της εταιρίας και χρησιμοποιούνται για την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη.

Οι δαπάνες του αυτοκινήτου Κ’ ομοίως δε θα αποτελέσουν εισόδημα για τον επιθεωρητή πωλήσεων, εφόσον το αυτοκίνητο παρέχεται σ’ αυτόν για τις ανάγκες της μετακίνησής του στα υποκαταστήματα, δραστηριότητα που είναι στα πλαίσια των καθηκόντων του και εξυπηρετεί πρωτίστως την δραστηριότητα της επιχείρησης.

Τονίζουμε ότι, το παράδειγμα αυτό έρχεται σε αντίθεση κατά μία έννοια με την διάταξη της απόφασης ΠΟΛ.1219/6.10.2014, η οποία αναφέρει ότι : “Αντιθέτως, καταλαμβάνεται και αποτελεί παροχή σε είδος η κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενη αγοραία αξία των αυτοκινήτων που παρέχονται στους εργαζόμενους λόγω της θέσης τους (π.χ. σε διευθυντές και επιθεωρητές πωλήσεων, τεχνικούς διευθυντές και λοιπά στελέχη)”

Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, κατά την γνώμη μας δεν αποτελούν παροχή σε είδος οι δαπάνες των αυτοκινήτων που παρέχονται στα στελέχη των επιχειρήσεων γενικά, αλλά μόνο στις περιπτώσεις που αυτά παρέχονται ως αντάλλαγμα της εργασίας των στελεχών (προσαύξηση μισθού) όπως είθισται να γίνεται στην πληθώρα των περιπτώσεων. Υπάρχουν όμως και στελέχη επιχειρήσεων τα οποία χρησιμοποιούν το όχημα που παρέχεται από την επιχείρηση για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη εκτέλεση της εργασίας τους, καθώς η μετακίνηση αυτών στις εγκαταστάσεις της εταιρίας ή στα υποκαταστήματά της βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των βασικών καθηκόντων αυτών (π.χ.. επιθ. πωλήσεων, επιθεωρητές καταστημάτων σε αλυσίδες franchise, super market, κ.λπ.).

Στις υπόλοιπες περιπτώσεις (οχήματα Α,Β,Γ,Δ,ΣΤ,Ι) το 30% των δαπανών που αναγράφεται στον πίνακα θα αποτελέσει εισόδημα από παροχή σε είδος για τα πρόσωπα που τους παρέχονται τα συγκεκριμένα οχήματα.

 

iii. Παράδειγμα εταιρείας περιορισμένης ευθύνης

ΕΠΕ
Ετήσια έξοδα για υπολογισμό παροχής
Πραγματική Χρήση/παραχώρησηΑποσβέσειςΤέλη κυκλοφ.Επισκευές συντηρήσειςΧρημ/κο κόστός μίσθωσηςΣύνολο
Αυτοκίνητο ΑΕταίρος Α65034025003.490,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο βΕταίρος Β98018011002.260,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο ΓΓενικός Διευθυντής12032003.320,00Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο ΔΥπάλληλος – Ιατρικός επισκέπτης11001202451.465,00Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο ΕΠαιδί εταίρου Α40004.000,00Ελέγχεται ως προς την παραγωγικότητα της δαπάνης

 

Για την Ε.Π.Ε. ισχύουν όλα όσα αναφέραμε στο παράδειγμα με την Α.Ε.

  1. Παράρτημα :

ΣτΕ Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. αρ. 54/2014
1. Ο ορισμός της έννοιας του εν γένει εισοδήματος, για την επιβολή φορολογίας δεν περιέχεται ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στον φορολογικό νόμο.

Από τη σχετική θεωρία και τη νομολογία έχουν διαμορφωθεί κριτήρια της έννοιας αυτής, με βάση τις αρχές που εφαρμόζονται στο αστικό δίκαιο για τον καθορισμό της έννοιας της προσόδου και των καρπών πράγματος ή δικαιώματος (ΑΚ 840 και 961).
Σύμφωνα με την κρατούσα στην Ελλάδα τριμερή θεωρία του εισοδήματος, (η οποία αποτελεί συγκερασμό της θεωρίας της περιοδικότητας και της θεωρίας των πηγών του εισοδήματος) τα εννοιολογικά στοιχεία του εισοδήματος είναι: α) η περιοδικότητα, δηλαδή η επανάληψη του εισοδήματος κατά κανονικά διαστήματα ή η δυνατότητα επανάληψης αυτού, β) η ύπαρξη μόνιμης πηγής εισοδήματος, η οποία δεν εξαντλείται με την παραγωγή του εισοδήματος και η οποία αποτελεί την προϋπόθεση της περιοδικότητας και γ) η διαρρύθμιση ή εκμετάλλευση της πηγής, με σκοπό την εξασφάλιση συνεχώς εισοδήματος, δεδομένου ότι το εισόδημα δεν παράγεται αυτομάτως, αλλά κατόπιν οικονομικής προσπάθειας (Βλ. Χρ. Τότση, Ερμηνεία Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών και Νομικών Προσώπων, εκδ.3η, 2008, τόμος Α’, σελ. 79-81).
Έτσι, ως προς τη φορολογία φυσικών προσώπων, ο Κ.Φ.Ε. εφαρμόζει καταρχήν τη θεωρία των πηγών του εισοδήματος, με την ταξινόμηση των διαφόρων ειδών εισοδημάτων σε επιμέρους κατηγορίες (άρθρο 4), ενώ στα άρθρα 20-51 προσδιορίζει, ειδικά για κάθε κατηγορία και με έντονο το χαρακτηριστικό της περιοδικότητας, την έννοια του εισοδήματος από τη συγκεκριμένη πηγή, την οποία άλλοτε διευρύνει και άλλοτε περιορίζει με ρητή και ειδική πρόβλεψη, ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με τις επιταγές του άρθρου 78 του Συντάγματος, κατά το οποίο ουδείς φόρος επιβάλλεται και ουδεμία απαλλαγή ή εξαίρεση από τη φορολογία παρέχεται χωρίς τυπικό νόμο, που καθορίζει ειδικώς το είδος της περιουσίας και το εισόδημα στο οποίο αναφέρεται ο φόρος.
Εν όψει των ανωτέρω, προκειμένου κάποιο έσοδο του φορολογουμένου να χαρακτηρισθεί ως εισόδημα και να φορολογηθεί, εφόσον δεν θεωρείται ευθέως από τον Κ.Φ.Ε. ή από ειδική διάταξη νόμου ως εισόδημα, πρέπει να διερευνηθεί αν αυτό συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της έννοιας του εισοδήματος, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στη νομολογία, κατά τα προαναφερόμενα, και βάσει των χαρακτηριστικών αυτών να καταταχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες (Α έως Ζ) εισοδήματος που προβλέπονται στο άρθρο 4 του Κ.Φ.Ε.

Συμπερασματικά, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του Κ.Φ.Ε., ως εισόδημα φορολογείται, έστω και αν δεν κατονομάζεται ρητά στο νόμο, εφόσον υπάρχει περιοδικότητα και διαρκώς εκμεταλλεύσιμη πηγή, το αντάλλαγμα της προσωπικής εργασίας ή οι καρποί των περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου και όχι και κάθε άλλη προσαύξηση της περιουσίας του, εκτός αν αυτή, δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου, λογίζεται, για την υπαγωγή στο φόρο, ως εισόδημα (ΣτΕ 670/2012, ΣτΕ 1944/2012, ΣτΕ 3884/1995, ΣτΕ 2217/1988, ΣτΕ 855/1986, ΣτΕ 1453/1982, ΣτΕ 3514/1975, ΣτΕ 2167/1983, ΟλΝΣΚ 622/2005, ΣτΕ 387/2005, ΝΣΚ 777/1999).
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 78 παρ.1 και 2 και 4 παρ.5 του Συντάγματος καθώς και των άρθρων 4 παρ.1 και 45 παρ.1 και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, «ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του. Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.), αν κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες ο ίδιος υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (ΟλΣτΕ 29/2014, ΣτΕ 2372/2013, ΣτΕ 1840/2013, ΣτΕ 670/2012, ΣτΕ 3150/1999 (επταμ.), 2972/2011 κ.α.). Εξάλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του ΚΦΕ περιπτώσεων παροχών, οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρρ,δεν είναι αποκλειστική και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται να κριθεί από τη φορολογική αρχή και τα αρμόδια δικαστήρια ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, ήτοι φορολογητέο εισόδημα του μισθωτου,φλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (ΣτΕ 1840/2013 Ολομ., ΣτΕ 670/2012, ΣτΕ 3150/1999 επταμ, 2972/2011 κ.α.) ούτε κωλύεται ο νομοθέτης να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες».

 

ΣτΕ 3150/1999 – Δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε υπόκειται σε φόρο κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία, εφόσον από το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται για να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός.
ΣτΕ 1324/2012 – Εξάλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του ΚΦΕ περιπτώσεων παροχών, οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή δεν κωλύει το νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των αρμοδίων δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, ήτοι φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της

 

ΣτΕ 1840/2013 Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε., κάθε παροχή καταβαλλομένη στο μισθωτό με οποιαδήποτε ονομασία, όπως επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα, η οποία κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες, στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός. Εξ άλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. περιπτώσεων παροχών, οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται να κριθεί από τη φορολογική αρχή και τα αρμόδια δικαστήρια ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, ήτοι φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (βλ. και ΣτΕ 670/2012, 3150/1999 επταμ., 2972/2011 κ.ά.) ούτε κωλύεται ο νομοθέτης να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προέδρου Κων. Μενουδάκου και των Συμβούλων Ιω. Μαντζουράνη, Αικ. Χριστοφορίδου, Φ. Ντζίμα, Σπ. Χρυσικοπούλου, Κων. Κουσούλη και Κων. Πισπιρίγκου, όταν ο νομοθέτης προβλέπει τη χορήγηση ενός επιδόματος σε μισθωτό για την αντιμετώπιση δαπανών για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της χωρίς να συνδέει τη χορήγησή του με την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων για τις δαπάνες στις οποίες πράγματι ο μισθωτός υποβάλλεται, δεν αποκλείεται από το Σύνταγμα η με τυπικό νόμο υπαγωγή του επιδόματος αυτού σε φορολογία εισοδήματος με εύλογο συντελεστή, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι το εναπομένον μετά τη φορολόγηση αυτή ποσό επιδόματος δεν παρίσταται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ανεπαρκές για την κάλυψη των δαπανών για τις οποίες χορηγείται.

 

ΣτΕ 670/2012 – 6. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (Σ.τ.Ε. 3150/1999- 7λής κλπ.). Και ναι μεν, από 1.1.1997 με το άρθρο 1 περ. 15 και 17 του ν. 2459/1997 καταργήθηκαν το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α` της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994 και η ειδικότερη ρύθμιση της περίπτωσης η΄ του άρθρου 51 παρ. 9 του ν. 1882/1990, η κατάργηση όμως αυτή δεν συνεπάγεται από μόνη της τη φορολόγηση όλων αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς, δηλαδή και εκείνων που κατά το νόμο ή από τη φύση τους δεν αποτελούν εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά δίνονται για να καλύψουν δαπάνες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή για την καλύτερη διεξαγωγή της. Εξάλλου, ούτε η απαρίθμηση των περιπτώσεων παροχών, που αναφέρονται στα εδάφια της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν αποκλείει το νομοθέτη την κρίση της φορολογικής αρχής και των διοικητικών δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3150/1999- 7λής κλπ.).

 

ΣτΕ 29/2014 Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 78 του συντάγματος Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994), ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα δηλαδή, αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα
κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (Σ.τ.Ε. 3150/1999 επταμ., 1324/2012 επταμ., 2972/2011, 670/2012 επταμ. – πρβλ. ΣτΕ 3544/2008, ΣτΕ 1432/2003, ΣτΕ 125/1995, ΣτΕ 746/1993, ΣτΕ 3396/1991, ΣτΕ 374/1983, ΣτΕ 4289/1980 Ολομ.).

Εξάλλου, από 1.1.1997 με το άρθρο 1 περ. 15 του ν. 2459/1997 «Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις» (Α 17) καταργήθηκε το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994 που όριζε ότι «Προκειμένου για αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, που παρέχονται με διάταξη νόμου κατ’ αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, εξαιρείται της φορολογίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εκτός εάν ο δικαιούχος αποδεικνύει δαπάνες μεγαλύτερου ποσού με βάση στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων».

Η κατάργηση όμως της ανωτέρω διάταξης δεν συνεπάγεται από μόνη της τη φορολόγηση όλων αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς, δηλαδή και εκείνων που κατά το νόμο ή από τη φύση τους δεν αποτελούν εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά δίνονται για να καλύψουν δαπάνες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή για την καλλίτερη διεξαγωγή της.

Τέλος, η απαρίθμηση των περιπτώσεων παροχών, που αναφέρονται στα εδάφια α΄- ε΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν αποκλείει το νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των διοικητικών δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της.

Αντίκειται στα άρθρα 78 και 4 του Συντάγματος το άρθρο 12 παρ. 13 του ν. 3052/2002 που ορίζει ότι η πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ υπάγεται σε φορολόγηση.

image_print
2016-10-14T14:19:18+00:00 Δημοσιεύθηκε: 27/11/2014|Δημοσιεύσεις|

Παροχή συγκατάθεσης στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του

Γενικού Κανονισμού για την προστασία των προσωπικών Δεδομένων

(σύμφωνα με το άρθρο 7 και τις αιτιολογικές σκέψεις 32, 33, 42, 43 του GDPR)


  1. Η ARTION AE, εταιρεία παροχής φοροτεχνικών, λογιστικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών με σκοπό  την ολοκληρωμένη στήριξη των σύγχρονων επιχειρήσεων και οργανισμών, και έδρα το Μαρούσι,ζητά τη συγκατάθεσή σας για την καταγραφή και αρχειοθέτηση των παρακάτω στοιχείων:

    • Όνομα
    • e-mail
    • Τηλέφωνο επικοινωνίας
    • Στοιχεία εταιρίας (Τίτλος και αντικείμενο δραστηριότητας)
    • Ιδιότητα - θέση εργασίας σας

  2. Οι παραπάνω πληροφορίες, δίνονται ελεύθερα από εσάς και θα επεξεργαστούν με σκοπό να λαμβάνετε ενημερωτικό υλικό για οικονομικά-τραπεζικά-φορολογικά θέματα και αλλαγές καθώς και μελέτες και αρθρογραφία σχετική με τα παραπάνω θέματα από συνεργάτες του ομίλου ΑΡΤΙΟΝ.

  3. Οι πληροφορίες αυτές θα τηρηθούν για περίοδο 24 μηνών και δεν θα γνωστοποιηθούν σε άλλους αποδέκτες πέραν των εταιριών του Ομίλου μας.

  4. Αν κατά την παραπάνω περίοδο αποφασίσετε ότι επιθυμείτε τη διαγραφή αυτών των πληροφοριών μπορείτε να μας στείλετε email αιτούμενος/η την διαγραφή σας στην διεύθυνση [email protected] ή να μας στείλετε ένα αντίγραφο της φόρμας ανάκλησης που σας μοιράζεται μαζί με την παρούσα στην διεύθυνση που είναι ήδη τυπωμένη στην αίτηση ανάκλησης.

  5. Υπεύθυνος Επεξεργασίας πληροφοριών:



ΣυμφωνώΔιαφωνώ