Του Γιώργου Δαλιάνη

Η εφαρμογή του capital control, οδήγησε χιλιάδες συμπολίτες μας στα Α.Τ.Μ. και εξανάγκασε ακόμη και υπέργηρους συνταξιούχους να εξοικειωθούν με  χρήση του πλαστικού χρήματος.

Νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης με τους Θεσμούς, προτάθηκε από Ελληνικής πλευράς για την πάταξη της φοροδιαφυγής, η υποχρεωτική χρήση της πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας στα νησιά με μεγάλη τουριστική κίνηση, για συναλλαγές άνω των 70 ευρώ. Η πρόταση αυτή δέχθηκε σκληρή κριτική ως μη εφαρμόσιμη. Όμως, η σκληρή πραγματικότητα της επιβολής του capital control απέδειξε ότι μικροί και μεγάλοι, γέροντες και γερόντισσες προσαρμόστηκαν μέσα σε λίγες ημέρες και μπορούν να συναλλαχθούν με τη χρήση πλαστικού χρήματος. Pin χρειάζεται το κινητό τους, pin και η κάρτα τους, τόσο απλά! Αναμένεται τώρα εξοικείωση με το e-banking.

Η χρήση, πλέον, της κάρτας είναι μια δοκιμασμένη λύση και άνετα μπορεί να λειτουργήσει εκτός από τα Α.Τ.Μ. σε κάθε τερματικό αποδοχής καρτών (POS).

Η Ελληνική πολιτεία αντί να εφευρίσκει αμφιλεγόμενα κίνητρα, όπως τη συλλογή αποδείξεων ή την εφαρμογή λοταρίας, οφείλει να χτυπήσει άμεσα το κακό στη ρίζα με την εφαρμογή των προπληρωμένων χρεωστικών καρτών. Η εφαρμογή του μέτρου να γίνει από το πρώτο ευρώ. Από την αγορά μια τσιχλόφουσκας, μιας εφημερίδας, της καταβολής μιας επίσκεψης στο γιατρό ή την πληρωμή του υδραυλικού, που θα έχει μαζί του το φορητό POS.  Ναι, ακόμη και η πληρωμή του ντελιβαρά!

Ο φορολογικός έλεγχος δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία εφοριακών σε όλους τους χώρους και σε όλη την επικράτεια. Δεν μπορεί να υπάρχει για κάθε φορολογούμενο και ένας φορολογικός ελεγκτής. Αυτός ο τρόπος ελέγχου έχει αποτύχει και αν ακόμη εφαρμόζεται στην Ελλάδα, είναι μόνο για επικοινωνιακούς λόγους.

Προτείνουμε, το κάθε κατάστημα ανεξαρτήτου μεγέθους και κάθε επαγγελματίας να προμηθευτεί άμεσα τερματικό αποδοχής καρτών (POS). Να μην υπάρξει καμία εξαίρεση από τον περιπτερά, τον ηλεκτρολόγο, το συνεργείο αυτοκινήτων, το γιατρό, το λογιστή, τη λαϊκή αγορά, ακόμη και σε αυτόν που ενοικιάζει ξαπλώστρες,  που το τελευταίο καιρό έγινε πρώτο θέμα στα κεντρικά δελτία ειδήσεων.

Οι τράπεζες και το Ελληνικό Δημόσιο θα πρέπει όμως να εγγυηθούν ότι οι εισπράξεις των επιχειρήσεων, δεν θα κατασχεθούν για ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς αυτούς ή τρίτους. Το κόστος αγοράς των μηχανών (POS) είναι πολύ μικρό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα, να επιδοτηθεί μέσω κάποιου προγράμματος.

Οι μισθοί των Δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων σε ποσοστό άνω του 60% να κατατεθούν σε λογαριασμό, που συνδέεται με χρεωστική κάρτα, ώστε μέσω αυτού να γίνονται οι συναλλαγές. Μικρή εξαίρεση μπορεί να γίνει στους συνταξιούχους του ΟΓΑ, που κατοικούν σε απομονωμένα και ορεινά χωριά.

Να εφαρμοστεί το ίδιο μέτρο και για τους μισθούς στο ιδιωτικό τομέα και για όσους παραβαίνουν τη νομοθεσία να μην αναγνωρίζονται προς έκπτωση οι δαπάνες μισθοδοσίας. Εξαίρεση μπορεί να υπάρξει για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο και η καταβολή γίνεται στο τέλος της ημέρας και στο χώρο εργασίας, π.χ. αγροτοεργάτες και εργάτες οικοδομών.

Οι τράπεζες, οφείλουν να μειώσουν τις προμήθειές τους, γιατί από την εφαρμογή του μέτρου και την αυτοματοποίηση των συναλλαγών, θα έχουν μεγάλη μείωση του κόστους και τέλος θα αυξήσουν την ρευστότητα τους.

Το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί επί αυτών των συναλλαγών να παρακρατεί ένα μικρό ποσοστό (περίπου 5%)  για Φ.Π.Α., αλλά στο τέλος κάθε μήνα με την εκκαθάριση να γίνεται πίστωση στο λογαριασμό του Φ.Π.Α. του κάθε επαγγελματία.

Είναι φυσικό η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου θα προκαλέσει αναστάτωση, όπως επίσης είναι φυσιολογικό να υπάρξουν αντιδράσεις, όμως ο πολιτικός κόσμος πρέπει σε αυτή τη φάση να συγκρουστεί, με τους πελάτες του/ εκλογείς του.

Η είσπραξη μέρους του Φ.Π.Α. και η πάταξη της φοροδιαφυγής είναι το καλύτερο ισοδύναμο, που αναζητούν κυβέρνηση και δανειστές.

image_print