Του Γιώργου Δαλιάνη

Οι τράπεζες ετησίως υποχρεούνται να ενημερώνουν τον Οικονομικό Εισαγγελέα για τις τραπεζικές συναλλαγές (κινήσεις λογαριασμού)  οι οποίες δεν είναι συμβατές με την επαγγελματική δραστηριότητα και τα δηλωθέντα εισοδήματα των Ελλήνων φορολογικών κατοίκων. Ο Εισαγγελέας δύναται να διατάσσει προκαταρκτική έρευνα για να διαπιστωθεί εάν τελέσθησαν  τα αδικήματα της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (ν.2523/1997, ν.3691/2008). Εάν υφίστανται ενδείξεις ότι ο φορολογούμενος έχει τελέσει τα διερευνώμενα αδικήματα και επειδή στην παράγραφο 8 του άρθρου 17Α του ν.2523/1997 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 46 παρ. 6 α ν.4905/2014 (ΦΕΚ Α 237/31-10-2014) και το άρθρο 94 ν.4316/2014 (ΦΕΚ Α 270/24-12-2014), προβλέπονται τα ακόλουθα.

«8. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παραγράφου 1 έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή  είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μομφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Επίσης, έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν, με αιτιολογημένη διάταξή τους, σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών (ακινήτων και κινητών) εν γένει στοιχείων, προς το σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, σε περίπτωση διενεργούμενης ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης για την εξακρίβωση τέλεσης εγκλημάτων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου για χρονικό διάστημα ένα (1) έτος που μπορεί να παρατείνεται με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, λόγω δικαιολογημένης μη ολοκλήρωσης της διενεργούμενης, κατά τα ανωτέρω, ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης.

Η διάταξη εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του καθ ου ή τρίτου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν, θυρίδα, κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Η δέσμευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης προς τον Οργανισμό ή την Υπηρεσία προς την οποία απευθύνεται. Ως χρονική στιγμή αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης της παρούσας παραγράφου προς τους αρμόδιους Οργανισμούς και Υπηρεσίες λογίζεται η ημέρα που γνωστοποιείται με οποιοδήποτε πρόσφορο τρόπο, ιδίως δε τηλεομοιοτυπικά, η διάταξη στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών, την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών και την Επιτροπή κεφαλαιαγοράς, οι οποίες οφείλουν να ενημερώσουν αμελλητί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της ημεδαπής. Με τον ίδιο τρόπο η διάταξη γνωστοποιείται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, η οποία δεν κωλύεται να λαμβάνει όλα τα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις διασφαλιστικά μέτρα.

Η διάταξη επιδίδεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών στον καθ ου ή στον τρίτο, οι οποίοι δύνανται να προσφύγουν και να ζητήσουν την άρση της, με αίτησή τους προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η οποία δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται, τροποποιείται αντίστοιχα εάν προκύψουν νέα στοιχεία. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης:

I) στην περίπτωση που παραγγέλλεται από τον Οικονομικό Εισαγγελέα άσκηση ποινικής δίωξης εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ.Π.Δ. και

ΙΙ) στην περίπτωση αρχειοθέτησης της ποινικής δικογραφίας, η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως. Οι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου δεν θίγουν τυχόν διασφαλιστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από τη φορολογική Διοίκηση. Με τη σύμφωνη γνώμη του εποπτεύοντος, κατά την παράγραφο 2, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγείλει την έκδοση της διάταξης του παρόντος άρθρου και προς τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος εκδίδει τη διάταξη σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ανάλογα. Η προσφυγή κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών εισάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών» .

Περαιτέρω σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 17Α  ν.2523/1997

« 3. Στα καθήκοντα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, η κατά τόπο αρμοδιότητα του οποίου επεκτείνεται σε όλη την επικράτεια, ανήκει η εποπτεία, η καθοδήγηση και ο συντονισμός των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παραγράφου 1 περίπτωση α του ΚΠΔ και των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, ιδίως δε υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος ( Σ.Δ.Ο.Ε.) , των Τελωνείων, της Ε.Λ.Υ.Τ. και των φοροελεγκτικών υπηρεσιών, εν γένει του Υπουργείου Οικονομικών, κατά τη διάρκεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τελέσεως κάθε είδους φορολογικών και οικονομικών εγκλημάτων και οποιοδήποτε άλλων συναφών, εφόσον αυτά διαπράττονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, Ν.Π.Δ.Δ., νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων του ευρύτερου Δημόσιου τομέα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή βλάπτουν σοβαρά την Εθνική Οικονομία» .

Τα ανωτέρω περιοριστικά μέτρα λαμβάνονται, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων και να προληφθεί η πιθανή μεταβολή της περιουσίας του ελεγχόμενου.

image_print