Του Γιώργου Δαλιάνη

Στο πλαίσιο του διεθνοποιημένου και άκρως ανταγωνιστικού οικονομικού περιβάλλοντος, διαρκώς αυξανόμενη εμφανίζεται η τάση για διεθνείς συμπράξεις, κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες, συγχωνεύσεις και άλλες μορφές διασύνδεσης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που εξασφαλίζουν καλύτερη πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά. Η ανάγκη αυτή για διεθνείς συνεργασίες απαντάται με μεγαλύτερη συχνότητα στην περίπτωση επιχειρήσεων προερχόμενων από μικρές αγορές, όπως η ελληνική, οι οποίες δεν διαθέτουν τέτοιο μέγεθος, ώστε να επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας αντίστοιχες των ανταγωνιστών τους.

Για τις Ελληνικές επιχειρήσεις η εξωστρέφεια είναι σήμερα παρά ποτέ αδήριτη ανάγκη για την επιβίωσή τους όχι μόνο στην διεθνή αλλά και στην εγχώρια σκακιέρα όπου έρχονται αντιμέτωπες με ανταγωνίστριες επιχειρήσεις οι οποίες δρέπουν ήδη τα οφέλη της δραστηριοποίησής τους σε ευνοϊκότερες συνθήκες. Κατά συνέπεια είναι προφανής η προσπάθεια για κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες διεθνείς συμπράξεις και συνεργασίες οι οποίες θα τις καταστήσουν πρωτοπόρες και καινοτόμες στη διεθνή αγορά. Έχουμε φθάσει στο χρονικό σημείο, όπου η οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων επεκτείνεται πέρα από τα Εθνικά σύνορα και για το λόγο αυτό έχουν θεσμοθετηθεί συγκεκριμένοι κανόνες, οι οποίοι προβλέπουν και καθορίζουν όλες τις μορφές διασυνοριακών δράσεων (ν.3777/2009). Με τη ψήφιση αυτού του νόμου ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο, η οδηγία 2005/56/ΕΚ ,η οποία  προβλέπει τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις εταιρειών διαφορετικών κρατών-μελών ή μεταφοράς  της έδρας σε άλλο κράτος-μέλος.   Η οδηγία αυτή της ΕΚ στόχο είχε την εναρμόνιση των Νομοθετικών πλαισίων των κρατών μελών με στόχο την περαιτέρω προώθηση του σχεδίου της Λισαβόνας όπως ομολογεί και η Επιστημονική Έκθεση της Βουλής των Ελλήνων για την ενσωμάτωση της ως άνω οδηγίας.

Κεφαλαιώδους σημασίας στις διασυνοριακές συγχωνεύσεις είναι η διάκριση μεταξύ καταστατικής (registered or statutory seat) και πραγματικής έδρας εταιριών (real seat).

Καταστατική έδρα, είναι αυτή, η οποία συμπίπτει με το κράτος όπου συστάθηκε η εταιρεία, με αποτέλεσμα την καταγραφή της έδρας της στο καταστατικό της εταιρίας και συνακολούθως  στο σχετικό μητρώο εταιρειών του κράτους, στο οποίο ιδρύθηκε.

Πραγματική έδρα, είναι ο τόπος που λαμβάνονται οι αποφάσεις των οργάνων, γίνεται η πραγματική διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και λειτουργιών της εταιρείας.

Η κινητικότητα, των εταιρειών δύναται να επιτευχθεί με τη μεταφορά και εγκατάσταση εκτός του τόπου ιδρύσεως είτε της καταστατικής, είτε της πραγματικής έδρας. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία η καταστατική έδρα δε συμπίπτει με την πραγματική συνεπάγεται πως εμπλέκονται δύο διαφορετικές έννομες τάξεις περί της υποστάσεως και λειτουργίας αυτής της εταιρείας.

Το δίκαιο της πραγματικής έδρας ισχύει στην πλειονότητα των Ευρωπαϊκών κρατών, όπως και στην Ελλάδα (Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα αξιολογείται η ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας επιχειρήσεων βάσει του δικαίου της πραγματικής τους διοικητικής έδρας), καθορίζει την καταστατική έδρα του νομικού προσώπου ως συνδετικό στοιχείο με την έννομη τάξη του κράτους, στο οποίο ιδρύθηκε, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αυτή συμπίπτει και με την πραγματική έδρα. Εν ολίγοις υπερισχύει το δίκαιο της έδρας στην οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις και διοικείται η εταιρεία έναντι της έδρας που αναφέρεται στο καταστατικό. Επομένως, αν μεταφερθεί η πραγματική έδρα σε άλλο κράτος, τότε το νομικό πρόσωπο χάνει τη νομική προσωπικότητα και υποχρεούται σε λύση και εκκαθάριση. Ο μοναδικός τρόπος αναβίωσης της είναι να επανασυσταθεί  στο κράτος όπου εγκατέστησε την πραγματική έδρα, εφαρμόζοντας , πλέον, το δικό του δικαιικό καθεστώς. Πριν προχωρήσουμε την εξέταση του τεχνικού κομματιού, θα πρέπει να ορίσουμε τις έννοιες «διασυνοριακή συγχώνευση» και «διασυνοριακή διάσπαση».

Διασυνοριακή συγχώνευση: πραγματοποιείται (επέρχεται ένωση) των περιουσιών δύο ή περισσοτέρων εταιρειών με έδρα σε διαφορετικά κράτη, χωρίς εκκαθάριση, κατά τρόπο ώστε τουλάχιστον μια από αυτές να παύει να υπάρχει, ενώ η εταιρεία που θα προκύψει από την συγχώνευση (απορροφούσα) να αποτελεί συνέχεια των συγχωνευθεισών, οι μέτοχοι δε της εξαφανιζόμενης (απορροφούμενης) να μετέχουν εφεξής στις απομένουσες  ή στη νέα εταιρεία. Η απορροφούσα είναι προφανές ότι είναι καθολική διάδοχος, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, της ή των απορροφημένων εταιρειών .

Διασυνοριακή διάσπαση, είναι η πράξη με την οποία η περιουσία μιας εταιρείας (διασπώμενη) διανέμεται και συγχρόνως μεταβιβάζεται με καθολική διαδοχή σε άλλες, δύο τουλάχιστον εταιρείες (επωφελούμενες), οι οποίες είτε υπήρχαν (διάσπαση με απορρόφηση)  είτε ταυτόχρονα ( διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών) είτε άλλες μεν υπήρχαν και άλλες ιδρύονται για πρώτη φορά.

Τόσο στις διασυνοριακές συγχωνεύσεις ή διασπάσεις προκύπτουν νομικά θέματα (μάλλον κωλύματα) και προϋποθέσεις, από την εφαρμογή της νομοθεσίας στο κράτος που εγκαθίσταται η εταιρεία ,που αποσκοπούν στην προστασία των πιστωτών, των μειοψηφούντων μετόχων και των μισθωτών, καθώς και στη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων, μεταφοράς ζημιών, ληφθέντων αποθεματικών και επιδοτήσεων. Κεφαλαιώδη σημασία  έχει και η διασφάλιση της εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων για την διείσδυση στην αγορά.

Με τη διασυνοριακή μετατροπή, η κοινοτική εταιρεία, η οποία μεταφέρει την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος, δεν αποσκοπεί στο να διατηρήσει της ιδιότητά της ως εταιρεία δικαίου του κράτους υποστάσεως.  Αντιθέτως, υποχρεούται στην εφαρμογή της ισχύουσας σε αυτή νομοθεσίας. Συνεπώς, η εταιρεία σπάει και αποβάλλει το συνδετικό στοιχείο μεταξύ της ίδιας και του κράτους, στο οποίο συστήθηκε. Συνακόλουθα, δημιουργείται αυτόματα ένα νέο συνδετικό στοιχείο μεταξύ της εταιρείας και της έννομης τάξης, η οποία είναι πλέον η Εθνική έννομη τάξη του κράτους όπου εγκαταστάθηκε. Αποτέλεσμα, αυτών, είναι το ότι η εταιρεία διατηρεί τη νομική της οντότητα και προσωπικότητα , μεταβάλλοντας, όμως , το εφαρμοστέο σε αυτή δίκαιο. Επομένως, το επιτρεπτό της μεταφοράς με διατήρηση της ταυτότητας και αλλαγή εταιρικού δικαίου κρίνεται από το κράτος υποδοχής, του κράτους, δηλαδή, της νέας εκ μετατροπής εταιρείας και όχι από το κράτος όπου συστάθηκε η εταιρεία.

Στον ν.3777/2009 (ΦΕΚ 127/τ.Α/28.07.2009)  ορίζονται επακριβώς οι διαδικασίες που απαιτούνται για διασυνοριακές πράξεις των Ελληνικών επιχειρήσεων. Οι πράξεις οι οποίες έχουν ολοκληρωθεί είναι λιγοστές και ως εκ τούτου, η Διοίκηση δεν έχει την εμπειρία  και έτσι συντείνει στην αύξηση της γραφειοκρατίας.

Η φορολογική Διοίκηση με την ψήφιση του ν.4172/2013  και στα άρθρα 52, 53, 54, 55 καθορίζει επακριβώς το φορολογικό καθεστώς και τις ισχύουσες απαλλαγές που ισχύουν στις περιπτώσεις διασυνοριακών μεταβολών.

Η Ευρωπαϊκή κοινότητα έχει εξασφαλίσει στις εταιρείες,  το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης σε άλλα κράτη μέλη και τα τελευταία χρόνια υπάρχει πληθώρα διασυνοριακών πράξεων.

image_print